κοζερί
•
- ανεπίσημοκουβεντούλα, κουτσομπολιό Βικιλεξικό
- Όταν μπήκαν στο μπουντουάρ της οι τρεις άντρες, η Μαρίκα αγνόησε τη χαριτωμένη κοζερί και τα κομπλιμέντα των δύο συνοδών του, και κάρφωσε το βλέμμα της σ' εκείνον που δε μιλούσε πολύ , δε χαριεντιζόταν, μόνο την κοιτούσε σιωπηλός (Λένα Διβάνη, Ζευγάρια που έγραψαν την ιστορία της Ελλάδας, εκδ. Πατάκη, 2020)
- Το «Καπρίς» ιδίως κάθε Σάββατον βράδυ ... πλημμυρίζει από τυρβάστριας και τυρβαστάς του στροβιλίσματος, του κεφιού, της κοζερί και της ελαφράς ζάλης από το ουίσκι, αραιωμένον από το απεσταγμένον ή το κουαντρό, αμιγές ή με «τριπλ σεκ», ζητούμενον αλλά μη υπάρχον πλέον, ή το πίπερμαν, με πυκνήν δόσιν «μενλόλ», ξεδιαλυμένην από του σιφόν την γευστικήν ξυνάδαν (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922, εκδ. Μεταίχμιο, 2022)
Ετυμολογία
κοζερί < γαλλική causerie
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →