κοιλάρφανος
•
- λαϊκότροποπου έμεινε ορφανός από πατέρα ήδη από την περίοδο της κύησης (άλλη μορφή: κοιλιάρφανος) Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο παιδί του οποίου η μητέρα πέθανε στη γέννα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοιλάρφανος < κοιλ- + αρφανός < αρχαία ελληνική ὀρφανός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοιλάρφανος | κοιλάρφανη | κοιλάρφανο |
| Γενική | κοιλάρφανου | κοιλάρφανης | κοιλάρφανου |
| Αιτιατική | κοιλάρφανο | κοιλάρφανη | κοιλάρφανο |
| Κλητική | κοιλάρφανε | κοιλάρφανη | κοιλάρφανο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοιλάρφανοι | κοιλάρφανες | κοιλάρφανα |
| Γενική | κοιλάρφανων | κοιλάρφανων | κοιλάρφανων |
| Αιτιατική | κοιλάρφανους | κοιλάρφανες | κοιλάρφανα |
| Κλητική | κοιλάρφανοι | κοιλάρφανες | κοιλάρφανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →