Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοιλιόδουλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο υπερβολικά λαίμαργος Βικιλεξικό
    • Ὁ κοπετὸς κι' ὁ μόχθος τοὺς ἔγινε συνήθεια,
    • παχαίνουν κοιλιόδουλοι,
    • καὶ σέρνουν ξεμαλλιάρα στοὺς δρόμους τὴν Ἀλήθεια
    • ρακένδυτοι Μπερτόδουλοι.
    • (Γεώργιος Σουρής, Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Δ', τέλος 19ου - αρχές 20 αιώνα)

Ετυμολογία

κοιλιόδουλος < κοιλία + δούλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοιλιόδουλοςκοιλιόδουληκοιλιόδουλο
Γενικήκοιλιόδουλουκοιλιόδουληςκοιλιόδουλου
Αιτιατικήκοιλιόδουλοκοιλιόδουληκοιλιόδουλο
Κλητικήκοιλιόδουλεκοιλιόδουληκοιλιόδουλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοιλιόδουλοικοιλιόδουλεςκοιλιόδουλα
Γενικήκοιλιόδουλωνκοιλιόδουλωνκοιλιόδουλων
Αιτιατικήκοιλιόδουλουςκοιλιόδουλεςκοιλιόδουλα
Κλητικήκοιλιόδουλοικοιλιόδουλεςκοιλιόδουλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →