κοιλότητα
•
- η κοίλη περιοχή μιας επιφάνειας ή ενός σώματος Βικιλεξικό
- Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
- άλλες μορφές: κοίλωμα
- ανατομίακοίλη περιοχή του σώματος, ιδίως αυτή που περιέχει εσωτερικά όργανα Βικιλεξικό
- μαθηματικάη ιδιότητα μιας κοίλης συνάρτησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοιλότητα < αρχαία ελληνική κοιλότητα, αιτιατική ενικού της λέξης κοιλότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοιλότητα | κοιλότητες |
| Γενική | κοιλότητας | κοιλοτήτων |
| Αιτιατική | κοιλότητα | κοιλότητες |
| Κλητική | κοιλότητα | κοιλότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →