κοιμισμένος
•
- που κοιμάται Βικιλεξικό
- τον βρήκα κοιμισμένο μπροστά στην τηλεόραση
- μεταφορικάνωθρός, οκνηρός Βικιλεξικό
- είναι πολύ κοιμισμένος άνθρωπος, κάνει δέκα ώρες μέχρι ν' αρχίσει τη δουλειά του
Ετυμολογία
κοιμισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κοιμίζω, κοιμάμαι και κοιμούμαι
Άλλοι τύποι
κοιμισμένακοιμισμένεκοιμισμένεςκοιμισμένηκοιμισμένηςκοιμισμένοκοιμισμένοικοιμισμένοςκοιμισμένουκοιμισμένουςκοιμισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →