κοινοβουλευτική ομάδα
•
- πολιτικήτο σύνολο των βουλευτών ενός κόμματος Βικιλεξικό
- συντομογραφία: ΚΟ
- Τα ξίφη τους διασταυρώνουν για δεύτερη συνεχή μέρα, η κυβέρνηση και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με αφορμή τη συζήτηση στην Ολομέλεια της Βουλής για την πρόταση δυσπιστίας, την οποία υπέβαλε η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ.
Ετυμολογία
κοινοβουλευτική ομάδα < → δείτε τις λέξεις κοινοβουλευτικός και ομάδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοβουλευτική ομάδα | κοινοβουλευτικές ομάδες |
| Γενική | κοινοβουλευτικής ομάδας | κοινοβουλευτικών ομάδων |
| Αιτιατική | κοινοβουλευτική ομάδα | κοινοβουλευτικές ομάδες |
| Κλητική | κοινοβουλευτική ομάδα | κοινοβουλευτικές ομάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →