κοινοβουλευτισμός
•
- πολιτικήσύστημα δημοκρατικής διακυβέρνησης του κράτους, στο οποίο η εκτελεστική εξουσία αντλεί τη δημοκρατική της νομιμότητα από την νομοθετική εξουσία που ανήκει στο Κοινοβούλιο. Η εκτελεστική εξουσία είναι επίσης υπόλογη στο Κοινοβούλιο ( Νομοθετικό σώμα των αντιπροσώπων του λαού). Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινοβουλευτισμός < κοινοβουλευτικός + -ισμός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική parlementarisme)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοβουλευτισμός | κοινοβουλευτισμοί |
| Γενική | κοινοβουλευτισμού | κοινοβουλευτισμών |
| Αιτιατική | κοινοβουλευτισμό | κοινοβουλευτισμούς |
| Κλητική | κοινοβουλευτισμέ | κοινοβουλευτισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →