κοινολεκτούμενος
•
- που λέει κοινά πράγματα, που κοινολεκτεί Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαπου μιλά με όρους, λέξεις που ανήκουν στην κοινόλεκτο, στην κοινή γλώσσα Βικιλεξικό
- Οι επίκοινες ονομασίες των μορίων είναι κυρίως ευφημισμοί: αιδοία, αιδώς, απόκρυφα, άρθρα, μόρια, φύσις. Συνήθεις μεταφορές ... Για το ανδρικό μόριο κοινολεκτούμενα είναι η σάθη και η πόσθη, και (τα φορτικότερα) πέος, κωλή και ψωλή (-ός). (Αναστάσιος-Φοίβος Χριστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 1032)
- Μιά πού, απ' όσο ξέρω, δεν υπάρχει μαρτυρημένη ελληνική απόδοση του ειδικού αυτού όρου, χρησιμοποίησα παντού εξελληνισμένη την ιταλική λέξη impresa, που υποθέτω ότι την εποχή του Ερωτόκριτου θα ήταν ο κοινολεκτούμενος όρος (Νικόλαος Παναγιωτάκης, Κρητική αναγέννηση, εκδ. Στιγμή, 2002, σελ. 25)
Ετυμολογία
κοινολεκτούμενος < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κοινολεκτώ
Άλλοι τύποι
κοινολεκτούμενακοινολεκτούμενεκοινολεκτούμενεςκοινολεκτούμενηκοινολεκτούμενηςκοινολεκτούμενοκοινολεκτούμενοικοινολεκτούμενοςκοινολεκτούμενουκοινολεκτούμενουςκοινολεκτούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →