κοινοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κοινοποιώ: γνωστοποίηση σε όλους, ενημέρωση όλων για κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κοινοποίη(σις) + -ση < κοινοποιῶ. Μορφολογικά αναλύεται σε κοινο- + -ποίηση -ηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοποίηση | κοινοποιήσεις |
| Γενική | κοινοποίησης | κοινοποιήσεων |
| Αιτιατική | κοινοποίηση | κοινοποιήσεις |
| Κλητική | κοινοποίηση | κοινοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →