κοινοποιήσιμος
•
- που μπορεί να κοινοποιηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινοποιήσιμος < (κοινοποιώ) κοινοποισ- + -ιμος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοποιήσιμος | κοινοποιήσιμη | κοινοποιήσιμο |
| Γενική | κοινοποιήσιμου | κοινοποιήσιμης | κοινοποιήσιμου |
| Αιτιατική | κοινοποιήσιμο | κοινοποιήσιμη | κοινοποιήσιμο |
| Κλητική | κοινοποιήσιμε | κοινοποιήσιμη | κοινοποιήσιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοποιήσιμοι | κοινοποιήσιμες | κοινοποιήσιμα |
| Γενική | κοινοποιήσιμων | κοινοποιήσιμων | κοινοποιήσιμων |
| Αιτιατική | κοινοποιήσιμους | κοινοποιήσιμες | κοινοποιήσιμα |
| Κλητική | κοινοποιήσιμοι | κοινοποιήσιμες | κοινοποιήσιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →