κοινοποιούμαι
•
- ενημερώνονται για εμένα διάφοροι τομείς και όχι μόνονένας Βικιλεξικό
- το έγγραφο κοινοποιήθηκε σε τρεις υπηρεσίες
Ετυμολογία
κοινοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος κοινοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοινοποιούμαι | κοινοποιείσαι | κοινοποιείται | κοινοποιούμαστε | κοινοποιείστε | κοινοποιούνται |
| Παρατατικός | κοινοποιούμουν | κοινοποιούσουν | κοινοποιούνταν | κοινοποιούμασταν / κοινοποιούμαστε | κοινοποιούσασταν / κοινοποιούσαστε | κοινοποιούνταν |
| Αόριστος | κοινοποιήθηκα | κοινοποιήθηκες | κοινοποιήθηκε | κοινοποιηθήκαμε | κοινοποιηθήκατε | κοινοποιήθηκαν / κοινοποιηθήκαν / κοινοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα κοινοποιηθώ / θα κοινοποιούμαι | θα κοινοποιείσαι / θα κοινοποιηθείς | θα κοινοποιείται / θα κοινοποιηθεί | θα κοινοποιηθούμε / θα κοινοποιούμαστε | θα κοινοποιείστε / θα κοινοποιηθείτε | θα κοινοποιηθούν / θα κοινοποιηθούνε / θα κοινοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω κοινοποιηθεί | έχεις κοινοποιηθεί | έχει κοινοποιηθεί | έχουμε κοινοποιηθεί | έχετε κοινοποιηθεί | έχουν κοινοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοινοποιηθεί | είχες κοινοποιηθεί | είχε κοινοποιηθεί | είχαμε κοινοποιηθεί | είχατε κοινοποιηθεί | είχαν κοινοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω κοινοποιηθεί / να κοινοποιηθώ / να κοινοποιούμαι | να έχεις κοινοποιηθεί / να κοινοποιείσαι / να κοινοποιηθείς | να έχει κοινοποιηθεί / να κοινοποιείται / να κοινοποιηθεί | να έχουμε κοινοποιηθεί / να κοινοποιηθούμε / να κοινοποιούμαστε | να έχετε κοινοποιηθεί / να κοινοποιείστε / να κοινοποιηθείτε | να έχουν κοινοποιηθεί / να κοινοποιηθούν / να κοινοποιηθούνε / να κοινοποιούνται |
| Προστακτική | — | κοινοποιήσου | — | — | κοινοποιείστε / κοινοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →