κοινοπρακτικός
•
- που έχει σχέση με κοινοπραξία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινοπρακτικός < κοινοπραξία + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοπρακτικός | κοινοπρακτική | κοινοπρακτικό |
| Γενική | κοινοπρακτικού | κοινοπρακτικής | κοινοπρακτικού |
| Αιτιατική | κοινοπρακτικό | κοινοπρακτική | κοινοπρακτικό |
| Κλητική | κοινοπρακτικέ | κοινοπρακτική | κοινοπρακτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινοπρακτικοί | κοινοπρακτικές | κοινοπρακτικά |
| Γενική | κοινοπρακτικών | κοινοπρακτικών | κοινοπρακτικών |
| Αιτιατική | κοινοπρακτικούς | κοινοπρακτικές | κοινοπρακτικά |
| Κλητική | κοινοπρακτικοί | κοινοπρακτικές | κοινοπρακτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →