Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά την κοινότητα Βικιλεξικό
    • (κατ' επέκταση) που αφορά την ΕΕ

Ετυμολογία

κοινοτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινοτικόςκοινοτικήκοινοτικό
Γενικήκοινοτικούκοινοτικήςκοινοτικού
Αιτιατικήκοινοτικόκοινοτικήκοινοτικό
Κλητικήκοινοτικέκοινοτικήκοινοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινοτικοίκοινοτικέςκοινοτικά
Γενικήκοινοτικώνκοινοτικώνκοινοτικών
Αιτιατικήκοινοτικούςκοινοτικέςκοινοτικά
Κλητικήκοινοτικοίκοινοτικέςκοινοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →