Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινωνικός

/ci.no.niˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην κοινωνία, το οργανωμένο σύνολο ανθρώπων Βικιλεξικό
    • οι οικονομικές συνθήκες οδήγησαν σε κοινωνική έκρηξη
  2. για άτομαεξωστρεφής και ομιλητικός, που έχει διάθεση για συναναστροφή και επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους Βικιλεξικό
    • Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

κοινωνικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοινωνικός και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική social ή sociable

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινωνικόςκοινωνικήκοινωνικό
Γενικήκοινωνικούκοινωνικήςκοινωνικού
Αιτιατικήκοινωνικόκοινωνικήκοινωνικό
Κλητικήκοινωνικέκοινωνικήκοινωνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινωνικοίκοινωνικέςκοινωνικά
Γενικήκοινωνικώνκοινωνικώνκοινωνικών
Αιτιατικήκοινωνικούςκοινωνικέςκοινωνικά
Κλητικήκοινωνικοίκοινωνικέςκοινωνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →