Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινωνισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοο σοσιαλισμός Βικιλεξικό
    • […] την εποχή του Παπαρρηγοπούλου ο όρος «σοσιαλισμός» δεν είχε καθιερωθεί ακόμη στην Ευρώπη και γι' αυτό χρησιμοποιεί τον όρο «κοινωνισμός». Ο κοινωνισμός του Πλήθωνος λοιπόν αποτελεί για τον Παπαρρηγόπουλο ένα περίεργο πρωθύστερο ή προδρομικό φαινόμενο, το όποιο μάλιστα προσπαθεί να το συν­δέσει με τα ρεύματα της «φυσιοκρατίας» στην Ευρώπη

Ετυμολογία

κοινωνισμός < κοινων(ία) + -ισμός, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική socialisme· (μαρτυρείται από το 1833, τον Απρίλιο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοινωνισμόςκοινωνισμοί
Γενικήκοινωνισμούκοινωνισμών
Αιτιατικήκοινωνισμόκοινωνισμούς
Κλητικήκοινωνισμέκοινωνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →