Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοινωνιστικός

/ci.no.ni.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοο σοσιαλιστικός Βικιλεξικό
    • Σ’ αυτή τη συγκέντρωση, όπως και σε όλη την προεκλογική του εκστρατεία, η κύρια ιδέα που προβάλλει είναι η δημιουργία μιας 6ης Δημοκρατίας, η οποία θα έρθει να αντικαταστήσει το σύστημα της 5ης Δημοκρατίας που ισχύει από το 1958, οδηγώντας τη Γαλλία σε μια ευρεία πολιτική και διοικητική αποκέντρωση και σε θεσμούς περισσότερο κοινωνιστικούς για την οικονομία και συμμετοχικούς για τους πολίτες.

Ετυμολογία

κοινωνιστικός < κοινωνιστ(ής) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινωνιστικόςκοινωνιστικήκοινωνιστικό
Γενικήκοινωνιστικούκοινωνιστικήςκοινωνιστικού
Αιτιατικήκοινωνιστικόκοινωνιστικήκοινωνιστικό
Κλητικήκοινωνιστικέκοινωνιστικήκοινωνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοινωνιστικοίκοινωνιστικέςκοινωνιστικά
Γενικήκοινωνιστικώνκοινωνιστικώνκοινωνιστικών
Αιτιατικήκοινωνιστικούςκοινωνιστικέςκοινωνιστικά
Κλητικήκοινωνιστικοίκοινωνιστικέςκοινωνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →