κοινότητα
•
- ομάδα ζώντων οργανισμών, ανθρώπων, φυτών ή ζώων που ζουν / συνυπάρχουν σε ένα κοινό περιβάλλον Βικιλεξικό
- μικρή διοικητική υποδιαίρεση Βικιλεξικό
- Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010)
- ομάδα μαθητών ή καθηγητών σε σχολή ή σχολείο Βικιλεξικό
- η εκπαιδευτική κοινότητα
Ετυμολογία
κοινότητα < αρχαία ελληνική κοινότης, από την αιτιατική την κοινότητα < κοινός : για τη διοικητική υποδιαίρεση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική communauté : για την εκπαίδευση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική commune
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινότητα | κοινότητες |
| Γενική | κοινότητας | κοινοτήτων |
| Αιτιατική | κοινότητα | κοινότητες |
| Κλητική | κοινότητα | κοινότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →