κοινότυπος
•
- κοινότοπος. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοινότυπος < επίθετο κοινότοπος, με αντικατάσταση του δέυτερου συνθετικού τόπος με τύπος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική common type
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινότυπος | κοινότυπη | κοινότυπο |
| Γενική | κοινότυπου | κοινότυπης | κοινότυπου |
| Αιτιατική | κοινότυπο | κοινότυπη | κοινότυπο |
| Κλητική | κοινότυπε | κοινότυπη | κοινότυπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινότυποι | κοινότυπες | κοινότυπα |
| Γενική | κοινότυπων | κοινότυπων | κοινότυπων |
| Αιτιατική | κοινότυπους | κοινότυπες | κοινότυπα |
| Κλητική | κοινότυποι | κοινότυπες | κοινότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →