κοινόχρηστος
•
- που χρησιμοποιείται από το κοινό και όχι μόνο από κάποιο συγκεκριμένο άτομο Βικιλεξικό
- οι κοινόχρηστοι χώροι της πολυκατοικίας
- προσέχουμε ιδιαίτερα τα προσωπικά μας δεδομένα όταν μπαίνουμε στο διαδίκτυο από κοινόχρηστο υπολογιστή
Ετυμολογία
κοινόχρηστος < κοινός + αρχαία ελληνική χρηστός < αοριστικό θέμα χρησ- του χρῶμαι + -τος (βλέπε και τα παρόμοια άχρηστος, δύσχρηστος, εύχρηστος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινόχρηστος | κοινόχρηστη | κοινόχρηστο |
| Γενική | κοινόχρηστου | κοινόχρηστης | κοινόχρηστου |
| Αιτιατική | κοινόχρηστο | κοινόχρηστη | κοινόχρηστο |
| Κλητική | κοινόχρηστε | κοινόχρηστη | κοινόχρηστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοινόχρηστοι | κοινόχρηστες | κοινόχρηστα |
| Γενική | κοινόχρηστων | κοινόχρηστων | κοινόχρηστων |
| Αιτιατική | κοινόχρηστους | κοινόχρηστες | κοινόχρηστα |
| Κλητική | κοινόχρηστοι | κοινόχρηστες | κοινόχρηστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →