κοινώς
•
- λόγιοαπό όλους (και κοινά) Βικιλεξικό
- είναι κοινώς αποδεκτό
- λόγιοόπως λέγεται από το λαό Βικιλεξικό
- η έχιδνα, κοινώς οχιά, είναι δηλητηριώδης
- η κεραία παραβολικό κάτοπτρο, κοινώς πιάτο
Ετυμολογία
κοινώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κοινῶς < κοιν(ός) + -ῶς (-ώς)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →