κοιτάζω
•
- βλέπω κάτι, συγκεντρώνω το βλέμμα μου σε κάτι, παρατηρώ Βικιλεξικό
- στρέφω το ενδιαφέρον και την προσοχή μου σε κάτι συγκεκριμένο, εξετάζω, ασχολούμαι με κάτι Βικιλεξικό
- Κοίτα τα δικά σου λάθη και άσε την κριτική στους άλλους.
- εξετάζω ένα θέμα υγείας ως ασθενής ή ως γιατρός έναν άρρωστο Βικιλεξικό
- Πήγαινε να κοιτάξεις την πίεσή σου.
- Πήγαινε να σε κοιτάξει κάνας γιατρός.
- φροντίζω έναν ηλικιωμένο Βικιλεξικό
- Δεν έχει παιδιά. Ποιος θα τον κοιτάξει στα γεράματα;
Ετυμολογία
κοιτάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κοιτάζω < αρχαία ελληνική κοιτάζω < κοίτη.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοιτάζω | κοιτάζεις | κοιτάζει | κοιτάζουμε | κοιτάζετε | κοιτάζουν / κοιτάζουνε |
| Παρατατικός | κοίταζα | κοίταζες | κοίταζε | κοιτάζαμε | κοιτάζατε | κοίταζαν / κοιτάζαν / κοιτάζανε |
| Αόριστος | κοίταξα | κοίταξες | κοίταξε | κοιτάξαμε | κοιτάξατε | κοίταξαν / κοιτάξαν / κοιτάξανε |
| Μέλλοντας | θα κοιτάζω / θα κοιτάξω | θα κοιτάζεις / θα κοιτάξεις | θα κοιτάζει / θα κοιτάξει | θα κοιτάζουμε / θα κοιτάξουμε | θα κοιτάζετε / θα κοιτάξετε | θα κοιτάζουν / θα κοιτάζουνε / θα κοιτάξουν / θα κοιτάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοιτάξει | έχεις κοιτάξει | έχει κοιτάξει | έχουμε κοιτάξει | έχετε κοιτάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοιτάξει | είχες κοιτάξει | είχε κοιτάξει | είχαμε κοιτάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοιτάξει / να κοιτάζω / να κοιτάξω | να έχεις κοιτάξει / να κοιτάζεις / να κοιτάξεις | να έχει κοιτάξει / να κοιτάζει / να κοιτάξει | να έχουμε κοιτάξει / να κοιτάζουμε / να κοιτάξουμε | να έχετε κοιτάξει / να κοιτάζετε / να κοιτάξετε | να κοιτάζουν / να κοιτάζουνε / να κοιτάξουν / να κοιτάξουνε |
| Προστακτική | — | κοίταζε / κοίταξε | — | — | κοιτάζετε / κοιτάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →