κοκαλιάζω
•
- προφορικόαδυνατίζω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκαλιάζω < κόκαλο + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κοκαλιάζω | κοκαλιάζεις | κοκαλιάζει | κοκαλιάζουμε | κοκαλιάζετε | κοκαλιάζουν / κοκαλιάζουνε |
| Παρατατικός | κοκάλιαζα | κοκάλιαζες | κοκάλιαζε | κοκαλιάζαμε | κοκαλιάζατε | κοκάλιαζαν / κοκαλιάζαν / κοκαλιάζανε |
| Αόριστος | κοκάλιασα | κοκάλιασες | κοκάλιασε | κοκαλιάσαμε | κοκαλιάσατε | κοκάλιασαν / κοκαλιάσαν / κοκαλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα κοκαλιάζω / θα κοκαλιάσω | θα κοκαλιάζεις / θα κοκαλιάσεις | θα κοκαλιάζει / θα κοκαλιάσει | θα κοκαλιάζουμε / θα κοκαλιάσουμε | θα κοκαλιάζετε / θα κοκαλιάσετε | θα κοκαλιάζουν / θα κοκαλιάζουνε / θα κοκαλιάσουν / θα κοκαλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κοκαλιάσει | έχεις κοκαλιάσει | έχει κοκαλιάσει | έχουμε κοκαλιάσει | έχετε κοκαλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κοκαλιάσει | είχες κοκαλιάσει | είχε κοκαλιάσει | είχαμε κοκαλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κοκαλιάσει / να κοκαλιάζω / να κοκαλιάσω | να έχεις κοκαλιάσει / να κοκαλιάζεις / να κοκαλιάσεις | να έχει κοκαλιάσει / να κοκαλιάζει / να κοκαλιάσει | να έχουμε κοκαλιάσει / να κοκαλιάζουμε / να κοκαλιάσουμε | να έχετε κοκαλιάσει / να κοκαλιάζετε / να κοκαλιάσετε | να κοκαλιάζουν / να κοκαλιάζουνε / να κοκαλιάσουν / να κοκαλιάσουνε |
| Προστακτική | — | κοκάλιαζε / κοκάλιασε | — | — | κοκαλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κοκαλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →