κοκαλιάρης
•
- εξαιρετικά λεπτός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκαλιάρης < κόκαλ(ο) + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκαλιάρης | κοκαλιάρα | κοκαλιάρικο |
| Γενική | κοκαλιάρη | κοκαλιάρας | κοκαλιάρικου |
| Αιτιατική | κοκαλιάρη | κοκαλιάρα | κοκαλιάρικο |
| Κλητική | κοκαλιάρη | κοκαλιάρα | κοκαλιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκαλιάρηδες | κοκαλιάρες | κοκαλιάρικα |
| Γενική | κοκαλιάρηδων | — | κοκαλιάρικων |
| Αιτιατική | κοκαλιάρηδες | κοκαλιάρες | κοκαλιάρικα |
| Κλητική | κοκαλιάρηδες | κοκαλιάρες | κοκαλιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →