κοκαϊνομανία
•
- ο εθισμός στη κοκαΐνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκαϊνομανία < κοκαΐνη + μανία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκαϊνομανία | κοκαϊνομανίες |
| Γενική | κοκαϊνομανίας | κοκαϊνομανιών |
| Αιτιατική | κοκαϊνομανία | κοκαϊνομανίες |
| Κλητική | κοκαϊνομανία | κοκαϊνομανίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →