κοκκίωμα
•
- ιατρικήκόμπος που σχηματίζεται σε ερεθισμένη περιοχή, λόγω τοπικής συγκέντρωση μακροφάγων που σχηματίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα προσπαθεί και δεν επιτυγχάνει να απομακρύνει ουσίες οι οποίες είναι ξένες προς τον οργανισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκκίωμα < κοκκίο + -ωμα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική granuloma)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκκίωμα | κοκκιώματα |
| Γενική | κοκκιώματος | κοκκιωμάτων |
| Αιτιατική | κοκκίωμα | κοκκιώματα |
| Κλητική | κοκκίωμα | κοκκιώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →