κοκκινολαίμης
•
- πτηνόείδος μικρού στρουθιόμορφου πουλιού, με χαρακτηριστικό κοκκινωπό χρώμα λαιμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκκινολαίμης < κοκκινο- + λαιμ(ός) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκκινολαίμης | κοκκινολαίμηδες |
| Γενική | κοκκινολαίμη | κοκκινολαίμηδων |
| Αιτιατική | κοκκινολαίμη | κοκκινολαίμηδες |
| Κλητική | κοκκινολαίμη | κοκκινολαίμηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →