Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοκκώνα

/koˈko.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένη γραφή του κοκόνα Βικιλεξικό
    • Να' τη η χωριατοπούλα, η κοκκώνα, η έμνοστη, πάει τη στάμνα να γιομίση απ' τη δροσοπηγή. (Ναπολέων Λαπαθιώτης, Περιοδικό Νουμάς, Τεύχος 536, 1914, σελ. 243 https://kosmopolis.library.upatras.gr/index.php/noumas/issue/view/5982)

Ετυμολογία

κοκκώνα < κοκόνα: η γραφή με δύο κ και ω από παρετυμολογία με το κόκκος / κόκκων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκοκκώνακοκκώνες
Γενικήκοκκώνας—
Αιτιατικήκοκκώνακοκκώνες
Κλητικήκοκκώνακοκκώνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →