κοκοβιός
•
- μεταφορικάνεαρός άνδρας με μικροκαμωμένη και αντιαισθητική εμφάνιση, που χαρακτηρίζεται από πνευματική αφέλεια ή έλλειψη κρίσης και αντιμετωπίζεται κοινωνικά με ειρωνεία ή απαξίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκοβιός < κοκωβιός < αρχαία ελληνική κωβιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκοβιός | κοκοβιοί |
| Γενική | κοκοβιού | κοκοβιών |
| Αιτιατική | κοκοβιό | κοκοβιούς |
| Κλητική | κοκοβιέ | κοκοβιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →