κοκοράκι
•
- μεταφορικάμικρό υπερυψωμένο τσουλούφι στο μπροστινό μέρος του τριχωτού της κεφαλής, συνήθως σε αγοράκια Βικιλεξικό
- Δεν ήταν πάνω από είκοσι χρονώ, μάτια όλο κίνηση κι ένα άταχτο κοκοράκι να πέφτει στο μέτωπο. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά [διήγημα])
- μεταφορικάσπάσιμο της φωνής, παραφωνία στην ψηλή περιοχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκοράκι < κόκορ(ας) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκοράκι | κοκοράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | κοκοράκι | κοκοράκια |
| Κλητική | κοκοράκι | κοκοράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →