κοκορίζω
•
- για τον κόκοραπαράγω ήχους Βικιλεξικό
- Τα ορνίθια του χωριού εκοκόριζαν πάλι από γειτονιά σε γειτονιά. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης (1920) Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα [διήγημα])
- παράγω ήχους σαν του κόκορα (όταν έχω κάπως τσιριχτή φωνή) Βικιλεξικό
- κάνω καβγά επιπέδου κόκορα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκορίζω < ηχομιμητικό από το κοκόρισμα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →