Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοκορεύομαι

/ko.koˈɾe.vo.me/ρήμα
•
  1. συμπεριφέρομαι όπως ο κόκορας προβάλλοντας κάποιο στοιχείο μου ώστε να προκαλέσω εντυπώσεις Βικιλεξικό
    • Ἄχ! πᾶνε πειὰ ᾑ προξενιαίς! / καὶ τώρα στοὺς γαμπροὺς ᾑ νειαὶς / γελοῦν καὶ κοκορεύονται... (Γεώργιος Σουρής, Η προξενήτρα, 1910)
    • Δεν είχα καμιά αμφιβολία η Ευταλία πως ο ασίκης της κοράκλας της ήταν παρακατιανός και της σειράς. Αλλιώς η σουρτούκα θα της κοκορευόταν πως τύλιξε τον τάδε ή το δείνα στα βρακιά της και θα της το λέγε (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

κοκορεύομαι < κόκορ(ας) + -εύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →