κοκορομαχία
•
- η μάχη ανάμεσα σε δυο κόκορες Βικιλεξικό
- σε μερικές χώρες πραγματοποιούνται ακόμα οργανωμένες κοκορομαχίες
- μεταφορικάη λογομαχία για ανόητο λόγο που χαρακτηρίζεται από μεγάλο πείσμα και εγωισμό και από τα δύο μέρη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κοκορομαχία < κόκορας + -μαχία (< μάχη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκορομαχία | κοκορομαχίες |
| Γενική | κοκορομαχίας | κοκορομαχιών |
| Αιτιατική | κοκορομαχία | κοκορομαχίες |
| Κλητική | κοκορομαχία | κοκορομαχίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →