Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κοκορόμυαλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει το μυαλό κόκορα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κοκορόμυαλος < κόκορ(ας) + -ό- + μυαλό + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοκορόμυαλοςκοκορόμυαληκοκορόμυαλο
Γενικήκοκορόμυαλουκοκορόμυαληςκοκορόμυαλου
Αιτιατικήκοκορόμυαλοκοκορόμυαληκοκορόμυαλο
Κλητικήκοκορόμυαλεκοκορόμυαληκοκορόμυαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκοκορόμυαλοικοκορόμυαλεςκοκορόμυαλα
Γενικήκοκορόμυαλωνκοκορόμυαλωνκοκορόμυαλων
Αιτιατικήκοκορόμυαλουςκοκορόμυαλεςκοκορόμυαλα
Κλητικήκοκορόμυαλοικοκορόμυαλεςκοκορόμυαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →