κοκό
•
- κοκαΐνη Βικιλεξικό
- Ἀκόμα, λένε πὼς τραβῶ χασίσι καὶ κοκό, / πὼς κάποιο πάθος μὲ κρατεῖ φριχτὸ καὶ σιχαμένο, / κι ὁλόκληρο ἔχω τὸ κορμὶ μὲ ζωγραφιὲς αἰσχρές, / σιχαμερὰ παράξενες, βαθιὰ στιγματισμένο. (Νίκος Καββαδίας, Μαραμπού)
- σκωπτικόσυνουσία Βικιλεξικό
- στην παιδική γλώσσααβγό Βικιλεξικό
- στην παιδική γλώσσαγλυκό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
1 κοκό < κοκαΐνη 2, 3, 4 κοκό < (ηχομιμητική λέξη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκό | κοκά |
| Γενική | κοκού | κοκών |
| Αιτιατική | κοκό | κοκά |
| Κλητική | κοκό | κοκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →