κοκόνα
•
- προσφώνησηή χαρακτηρισμός γυναίκας της αριστοκρατίας, αρχόντισσας Βικιλεξικό
- προσφώνησηχαϊδευτική προσφώνηση γυναίκας και ιδιαίτερα της κόρης Βικιλεξικό
- προσφώνησηλατρευτική ή ερωτική προσφώνηση για γυναίκα Βικιλεξικό
- Ὁ πλοίαρχος ἠρραβωνίσθη ἐν τῇ Βασιλευούσῃ, καὶ κατῆλθε μὲ τὸ καράβι εἰς τὴν πατρίδα, ὅπου παρήγγειλε νὰ τοῦ κτίσουν, μὲ σχέδιον κομψὸν καὶ ἀσύνηθες ἕως τότε εἰς τὴν πολίχνην, τὴν μικρὰν ὡραίαν οἰκίαν, σκοπεύων μὲ τὸ πρῶτον ταξίδιον νὰ φέρῃ ἔπιπλα ἀπὸ τὴν Βενετίαν, διὰ νὰ εὐτρεπίσῃ, νὰ στολίσῃ τὴν νεόκτιστον οἰκίαν καὶ τὴν κάμῃ ἀξίαν τῆς ἁβρᾶς κοκόνας, τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία δὲν ἔμελλε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ κοκόνα δὲν ἔμελλε νὰ κατέλθῃ. Ἡ κοκόνα, ὀκτὼ μῆνας μετὰ τὴν μνηστείαν, ἀπέθνησκε φθισικὴ εἰς τὸ Σταυροδρόμι, καὶ ἡ οἰκία ἔμεινεν ἀτελείωτη, ἔρημη καὶ ἄχαρη, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν δρόμον, σιμὰ εἰς τὸν κρημνώδη βράχον.
Ετυμολογία
κοκόνα < (άμεσο δάνειο) ρουμανική cocoană (μορφή του cucoană), θηλυκό του cocon (γιος, νέος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκόνα | κοκόνες |
| Γενική | κοκόνας | — |
| Αιτιατική | κοκόνα | κοκόνες |
| Κλητική | κοκόνα | κοκόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →