κοκόρι
•
- νεαρός κόκορας Βικιλεξικό
- κόκορας σε εκφράσεις όπως Βικιλεξικό
- μαλώνουν/τσακώνονται/τρώγονται σαν κοκόρια
- ξυπνάει/σηκώνεται με τα κοκόρια: ξυπνάει πολύ νωρίς
Ετυμολογία
κοκόρι < κόκορ(ας) + υποκοριστικό -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κοκόρι | κοκόρια |
| Γενική | κοκοριού | κοκοριών |
| Αιτιατική | κοκόρι | κοκόρια |
| Κλητική | κοκόρι | κοκόρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →