κολάρο
•
- πρόσθετος γιακάς Βικιλεξικό
- περιλαίμιο Βικιλεξικό
- περιλαίμιο Βικιλεξικό
- περιλαίμιο Βικιλεξικό
- μεταλλικό κυκλικός σύνδεσμος που χρησιμοποιείται στην σφράγιση ή στερέωση ενός κυλινδροειδούς Βικιλεξικό
- ιατρικήαυχενικό κολάρο, κολάρο αυχένα Βικιλεξικό
- προφορικόο αφρός της μπίρας στο ποτήρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολάρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κολάρος < (άμεσο δάνειο) βενετική collaro < υστερολατινική collāre < λατινική collaris < collum (λαιμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολάρο | κολάρα |
| Γενική | κολάρου | κολάρων |
| Αιτιατική | κολάρο | κολάρα |
| Κλητική | κολάρο | κολάρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →