Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολίμπρι

/koˈli.bɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πτηνότο κολιμπρί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολίμπρι < κολίβριο (καθαρεύουσα κολίβριον) με προσαρμογή στη δημοτική της κατάληξης -ιον > -ι και της προφροάς με τροπή [v] > [b]. Δείτε και κολιμπρί.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκολίμπρικολίμπρια
Γενικήκολιμπριούκολιμπριών
Αιτιατικήκολίμπρικολίμπρια
Κλητικήκολίμπρικολίμπρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κολιμπρί

/ko.liˈbɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πτηνόμικρό εξωτικό πουλί με πολύχρωμα φτερά που κινούνται με πολύ γρήγορη χαρακτηριστική κίνηση Βικιλεξικό
    • Το κολιμπρί είναι ένα μικρό πουλί της αμερικανικής ηπείρου, της οικογένειας Trochilidae, που τρέφεται με νέκταρ.
    • Το μικρό πουλί «κολιμπρί» κινεί τα φτερά του με συχνότητα μέχρι ανά 70 επαναλήψεις ανά δευτερόλεπτο (@greek‑language.gr)

Ετυμολογία

κολιμπρί < (λόγιο δάνειο) γαλλική colibri < γλώσσα της Καραϊβικής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκολιμπρίκολιμπριά
Γενικήκολιμπριούκολιμπριών
Αιτιατικήκολιμπρίκολιμπριά
Κλητικήκολιμπρίκολιμπριά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →