κολακεύω
•
- αποδίδω ιδιοτελώς σε κάποιον επαίνους που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα Βικιλεξικό
- ικανοποιώ κάποιον ή τον κάνω υπερήφανο Βικιλεξικό
- Με κολακεύει η παρουσία σας στο σπίτι μου, κύριε πρόεδρε!
- αναδεικνύω την ομορφιά και τη χάρη κάποιου Βικιλεξικό
- Αυτό το φόρεμα που φοράς σε κολακεύει.
Ετυμολογία
κολακεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κολακεύω < κόλαξ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κολακεύω | κολακεύεις | κολακεύει | κολακεύουμε | κολακεύετε | κολακεύουν / κολακεύουνε |
| Παρατατικός | κολάκευα | κολάκευες | κολάκευε | κολακεύαμε | κολακεύατε | κολάκευαν / κολακεύαν / κολακεύανε |
| Αόριστος | κολάκεψα | κολάκεψες | κολάκεψε | κολακέψαμε | κολακέψατε | κολάκεψαν / κολακέψαν / κολακέψανε |
| Μέλλοντας | θα κολακέψω / θα κολακεύω | θα κολακέψεις / θα κολακεύεις | θα κολακέψει / θα κολακεύει | θα κολακέψουμε / θα κολακεύουμε | θα κολακέψετε / θα κολακεύετε | θα κολακέψουν / θα κολακέψουνε / θα κολακεύουν / θα κολακεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω κολακέψει | έχεις κολακέψει | έχει κολακέψει | έχουμε κολακέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κολακέψει | είχες κολακέψει | είχε κολακέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κολακέψει / να κολακέψω / να κολακεύω | να έχεις κολακέψει / να κολακέψεις / να κολακεύεις | να έχει κολακέψει / να κολακέψει / να κολακεύει | να έχουμε κολακέψει / να κολακέψουμε / να κολακεύουμε | να κολακέψετε / να κολακεύετε | να κολακέψουν / να κολακέψουνε / να κολακεύουν / να κολακεύουνε |
| Προστακτική | — | κολάκευε / κολάκεψε | — | — | κολακέψτε / κολακεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κολακεύτηκακολακεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →