κολαρίνα
•
- ενδυμασίαμεγάλος κολλαριστός σκληρός γιακάς Βικιλεξικό
- ενδυμασίατμήμα της στολής του ναύτη, που φοριέται πάνω από τη φανέλα του ναύτη και έχει μπλε σκούρο χρώμα με άσπρες ρίγες και τετράγωνο σχήμα Βικιλεξικό
- […] Αν και ο ναύτης μας δεν πάτησε ποτέ το πόδι του σε πλοίο, η θητεία δεν έπαυε να είναι θητεία. Ως πότε αχ, ως πότε βαχ, ως πότε κολαρίνα. Ως πότε τα ματάκια μου θα βλέπουν Σαλαμίνα.
Ετυμολογία
κολαρίνα < (άμεσο δάνειο) βενετική colarina
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολαρίνα | κολαρίνες |
| Γενική | κολαρίνας | — |
| Αιτιατική | κολαρίνα | κολαρίνες |
| Κλητική | κολαρίνα | κολαρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →