κολεγιακός
•
- σχετικός με το κολέγιο Βικιλεξικό
- κολεγιακή μπλούζα: βαμβακερή μπλούζα, με ή χωρίς κουκούλα, για καθημερινό ντύσιμο, συνήθως με κάποια επιγραφή στην μπροστινή όψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολεγιακός < κολέγιο + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κολεγιακός | κολεγιακή | κολεγιακό |
| Γενική | κολεγιακού | κολεγιακής | κολεγιακού |
| Αιτιατική | κολεγιακό | κολεγιακή | κολεγιακό |
| Κλητική | κολεγιακέ | κολεγιακή | κολεγιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κολεγιακοί | κολεγιακές | κολεγιακά |
| Γενική | κολεγιακών | κολεγιακών | κολεγιακών |
| Αιτιατική | κολεγιακούς | κολεγιακές | κολεγιακά |
| Κλητική | κολεγιακοί | κολεγιακές | κολεγιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →