Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολεγιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το κολέγιο Βικιλεξικό
  2. κολεγιακή μπλούζα: βαμβακερή μπλούζα, με ή χωρίς κουκούλα, για καθημερινό ντύσιμο, συνήθως με κάποια επιγραφή στην μπροστινή όψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολεγιακός < κολέγιο + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολεγιακόςκολεγιακήκολεγιακό
Γενικήκολεγιακούκολεγιακήςκολεγιακού
Αιτιατικήκολεγιακόκολεγιακήκολεγιακό
Κλητικήκολεγιακέκολεγιακήκολεγιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολεγιακοίκολεγιακέςκολεγιακά
Γενικήκολεγιακώνκολεγιακώνκολεγιακών
Αιτιατικήκολεγιακούςκολεγιακέςκολεγιακά
Κλητικήκολεγιακοίκολεγιακέςκολεγιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →