κολεγιόπαιδο
•
- παιδί που φοιτά σε κολέγιο Βικιλεξικό
- ειρωνικάπαιδί από εύπορη οικογένεια που μεγαλώνει με όλες τις ανέσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολεγιόπαιδο < κολέγιο + παιδί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολεγιόπαιδο | κολεγιόπαιδα |
| Γενική | κολεγιόπαιδου | κολεγιόπαιδων |
| Αιτιατική | κολεγιόπαιδο | κολεγιόπαιδα |
| Κλητική | κολεγιόπαιδο | κολεγιόπαιδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →