κολεκτίβα
•
- πολιτικήομάδα δράσης (φοιτητική, επιστημονική, κινηματική, πολιτική, κοινωνική, καλλιτεχνική, αγροτική κτλ.) Βικιλεξικό
- σοσιαλισμόςπαραγωγική μονάδα σε σοσιαλιστικό σύστημα που διευθύνεται συλλογικά από τους εργαζόμενους σε ισότιμη συνεργατική-συνεταιριστική βάση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολεκτίβα < (λόγιο δάνειο) ρωσική коллекти́в, γενική: коллекти́ва < λατινική collectivus (συνολικός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολεκτίβα | κολεκτίβες |
| Γενική | κολεκτίβας | κολεκτίβων |
| Αιτιατική | κολεκτίβα | κολεκτίβες |
| Κλητική | κολεκτίβα | κολεκτίβες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →