κολεός
•
- ανατομίαο κόλπος θηλυκού ανθρώπου ή ζώου Βικιλεξικό
- ζωολογίαέλυτρο Βικιλεξικό
- βοτανικήΒάση ενός φύλλου (συνήθως στα μονοκοτυλήδονα) που συνήθως περιβάλλει το βλαστό. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολεός < αρχαία ελληνική κολεός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολεός | κολεοί |
| Γενική | κολεού | κολεών |
| Αιτιατική | κολεό | κολεούς |
| Κλητική | κολεέ | κολεοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →