Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολικός

/ko.liˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήοξύς πόνος… Βικιλεξικό
  2. ιατρικήοξύς πόνος… Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: colique < λατινική colica < αρχαία ελληνική κωλικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκολική / κολικός / κολικόκολικές / κολικοί / κολικά
Γενικήκολικής / κολικού / κολικούκολικών / κολικών / κολικών
Αιτιατικήκολική / κολικό / κολικόκολικές / κολικούς / κολικά
Κλητικήκολική / κολικέ / κολικόκολικές / κολικοί / κολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κολικός

/ko.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ανατομίαπου έχει σχέση με το κόλον ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: colique < λατινική colica < αρχαία ελληνική κωλικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολικόςκολικήκολικό
Γενικήκολικούκολικήςκολικού
Αιτιατικήκολικόκολικήκολικό
Κλητικήκολικέκολικήκολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολικοίκολικέςκολικά
Γενικήκολικώνκολικώνκολικών
Αιτιατικήκολικούςκολικέςκολικά
Κλητικήκολικοίκολικέςκολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →