κολιτιδικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την κολίτιδα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολιτιδικός < κολίτιδα + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κολιτιδικός | κολιτιδική | κολιτιδικό |
| Γενική | κολιτιδικού | κολιτιδικής | κολιτιδικού |
| Αιτιατική | κολιτιδικό | κολιτιδική | κολιτιδικό |
| Κλητική | κολιτιδικέ | κολιτιδική | κολιτιδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κολιτιδικοί | κολιτιδικές | κολιτιδικά |
| Γενική | κολιτιδικών | κολιτιδικών | κολιτιδικών |
| Αιτιατική | κολιτιδικούς | κολιτιδικές | κολιτιδικά |
| Κλητική | κολιτιδικοί | κολιτιδικές | κολιτιδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →