Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολιτιδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την κολίτιδα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολιτιδικός < κολίτιδα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολιτιδικόςκολιτιδικήκολιτιδικό
Γενικήκολιτιδικούκολιτιδικήςκολιτιδικού
Αιτιατικήκολιτιδικόκολιτιδικήκολιτιδικό
Κλητικήκολιτιδικέκολιτιδικήκολιτιδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολιτιδικοίκολιτιδικέςκολιτιδικά
Γενικήκολιτιδικώνκολιτιδικώνκολιτιδικών
Αιτιατικήκολιτιδικούςκολιτιδικέςκολιτιδικά
Κλητικήκολιτιδικοίκολιτιδικέςκολιτιδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →