Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολλαριστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του έχει γίνει κολλάρισμα Βικιλεξικό
  2. ατσαλάκωτος, καινούριος ή σαν καινούριος Βικιλεξικό
  3. για πρόσωπαπου είναι ντυμένος με φρεσκοσιδερωμένα ρούχα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολλαριστός < κολλάρω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολλαριστόςκολλαριστήκολλαριστό
Γενικήκολλαριστούκολλαριστήςκολλαριστού
Αιτιατικήκολλαριστόκολλαριστήκολλαριστό
Κλητικήκολλαριστέκολλαριστήκολλαριστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολλαριστοίκολλαριστέςκολλαριστά
Γενικήκολλαριστώνκολλαριστώνκολλαριστών
Αιτιατικήκολλαριστούςκολλαριστέςκολλαριστά
Κλητικήκολλαριστοίκολλαριστέςκολλαριστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →