κολλητσίδα
•
- βοτανικήόνομα που δίνεται σε διάφορα φυτά τα οποία έχουν κάποιου είδους κολλητική ουσία στους βλαστούς ή και στους σπόρους τους Βικιλεξικό
- μεταφορικάστενός κορσές, κολλητήρι, τσιμπούρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κολλητσίδα < μεσαιωνική ελληνική κολλητσίδα < κολλητός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κολλητσίδα | κολλητσίδες |
| Γενική | κολλητσίδας | κολλητσίδων |
| Αιτιατική | κολλητσίδα | κολλητσίδες |
| Κλητική | κολλητσίδα | κολλητσίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →