Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολλητός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολύ στενός φίλος Βικιλεξικό
    • χτες πήγαμε και τα ήπιαμε με τον κολλητό μου

Ετυμολογία

κολλητός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κολλητός. < κολλάω, κολλη- + -τός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκολλητή / κολλητός / κολλητόκολλητές / κολλητοί / κολλητά
Γενικήκολλητής / κολλητού / κολλητούκολλητών / κολλητών / κολλητών
Αιτιατικήκολλητή / κολλητό / κολλητόκολλητές / κολλητούς / κολλητά
Κλητικήκολλητή / κολλητέ / κολλητόκολλητές / κολλητοί / κολλητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κολλητός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολύ κοντινός Βικιλεξικό
    • Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;
  2. εφαρμοστός, πολύ στενός (για ρούχα) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολλητός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κολλητός. < κολλάω, κολλη- + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολλητόςκολλητήκολλητό
Γενικήκολλητούκολλητήςκολλητού
Αιτιατικήκολλητόκολλητήκολλητό
Κλητικήκολλητέκολλητήκολλητό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολλητοίκολλητέςκολλητά
Γενικήκολλητώνκολλητώνκολλητών
Αιτιατικήκολλητούςκολλητέςκολλητά
Κλητικήκολλητοίκολλητέςκολλητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →