Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κολλοειδής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι όμοιος με κόλλα, που έχει παρόμοια υφή ή μορφή Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με κολλοειδές ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοκολλοειδές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κολλοειδής < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική colloïde < αρχαία ελληνική κολλώδης < κόλλα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολλοειδήςκολλοειδήςκολλοειδές
Γενικήκολλοειδούςκολλοειδούςκολλοειδούς
Αιτιατικήκολλοειδήκολλοειδήκολλοειδές
Κλητικήκολλοειδή / κολλοειδήςκολλοειδήςκολλοειδές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκολλοειδείςκολλοειδείςκολλοειδή
Γενικήκολλοειδώνκολλοειδώνκολλοειδών
Αιτιατικήκολλοειδείςκολλοειδείςκολλοειδή
Κλητικήκολλοειδείςκολλοειδείςκολλοειδή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →